ῥαπτῶν

ῥαπτῶν
ῥάπτης
one who stitches
masc gen pl
ῥαπτός
stitched
fem gen pl
ῥαπτός
stitched
masc/neut gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • ῥάπτων — ῥάπτω sew together pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Рапсоды — (ραψωδί) исполнители и, может быть, творцы древнегреческих эпических песен. Вопрос о происхождении рапсодов и их первоначальной деятельности представляется спорным. Древнейшее свидетельство (Геродот, V, 67) относится к 607 г. до Р. X., когда… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • πασχαρό — και μασχαρό και πασχαρέλ(λ)ι, το εργαλείο τών ραπτών από σκληρό ξύλο το οποίο χρησιμεύει για το σιδέρωμα τών μανικιών και τών παντελονιών …   Dictionary of Greek

  • ραπτός — ή, ό / ῥαπτός, ή, όν, ΝΜΑ, και ραφτός, ή, ό, Ν [ῥάπτω/ ράβω] ραμμένος, ενωμένος με ραφή (α. «ραφτά παπούτσια» β. «περὶ δὲ κνήμῃσι βοείας κνημῑδας ῥαπτὰς δέδετο», Ομ. Οδ.)·)| αρχ. 1. (για υφάσματα) στολισμένος με πρόσθετα στολίδια με το βελονάκι 2 …   Dictionary of Greek

  • ραψωδός — Κατά την ελληνική αρχαιότητα επαγγελματίας ο οποίος απήγγελλε επικά ποιήματα. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί το όνομα αοιδός, το οποίο διατηρήθηκε για αιώνες· μόνο από τον 5o αι. π.X. χρησιμοποιήθηκε ο όρος ρ., που θεωρήθηκε κατόπιν από τους σύγχρονους… …   Dictionary of Greek

  • συντεχνία — Εμπορική και βιοτεχνική ένωση του Μεσαίωνα, στην οποία ανήκαν όλοι όσοι ασκούσαν την ίδια οικονομική δραστηριότητα, με σκοπό την προάσπιση κοινών συμφερόντων. Οι σ. υπήρξαν ιδιαίτερα πολυάριθμες και ανθηρές μεταξύ 12ου και 14ου αι. Οι ρίζες των σ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”